ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟ ΜΠΟΛΕ

Από το Ημερολόγιο του Πέτρο Μπόλε

Έξω από τη Λισαβόνα, 13 Σεπτεμβρίου του 1852

[…]

Εχθές στην ανεμοδαρμένη πόλη της Φέιντα, που στέκει σκαρφαλωμένη πάνω στα βράχια του Ωκεανού, μου ζητήθηκε να λυτρώσω μια κοπέλα η οποία, αλίμονο, είχε παραδώσει την ύπαρξή της στην πιο ακραία μορφή τρέλας. Ήταν η κόρη ενός πλούσιου άρχοντα, άλλοτε υψηλού αξιωματούχου του Πορτογαλικού Στέμματος – οι υπηρέτες του με κάλεσαν στον πύργο του, προσφέροντάς μου ένα πολύ μεγάλο χρηματικό ποσό. Τους αντιγύρισα πως θα δω την κοπέλα επειδή αυτή είναι η αποστολή μου στον κόσμο, κι όχι για οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Συμφώνησα να πάω την επόμενη μέρα. Μα το ίδιο βράδυ, όποιος άκουσε το πού σκόπευα να πάω, κουνούσε το κεφάλι μιλώντας για τον διάβολο που κάποτε δείχνει το απαίσιο πρόσωπό του στους ανθρώπους. Και με συμβούλευσαν να μην την δω μέσα στα μάτια, γιατί ο καρχαρίας της μπορεί να βγει από αυτήν και να μπει σε μένα – γιατί έτσι μπαίνουν οι καρχαρίες μέσα στους ανθρώπους.

Το επόμενο πρωινό ανέβηκα στον πύργο του πατέρα της. Με υποδέχτηκε ο ίδιος, σκυθρωπός, μαραγκιασμένος από το βάσανο του παιδιού του, και μου είπε την απίστευτη ιστορία. Η κόρη του εδώ και δύο χρόνια πίστευε πως είχε γίνει καρχαρίας – ναι, καρχαρίας, σαν κι αυτούς που βλέπουνε οι ψαράδες στα ανοιχτά του Ωκεανού. Και, αλίμονο, ετούτη η μεταμόρφωση της νέας γυναίκας (ή ό,τι λογάριαζε εκείνη για «μεταμόρφωση» τέλος πάντων) είχε συνοδευτεί μ’ ένα φριχτό έγκλημα: η νιόπαντρη κοπέλα είχε κομματιάσει με μαχαίρι τον άντρα της την ώρα που κοιμόταν.

Ρώτησα λεπτομέρειες που σίγουρα τυραννούσαν τον θλιβερό άντρα. Μου είπε πως εκείνο το πρωινό βρήκαν το κορίτσι στο κρεβάτι ανάμεσα στα ματωμένα μέλη· κι όσες φορές κι αν τη ρώτησαν τι είχε συμβεί, εκείνη τους επαναλάμβανε διαρκώς την ίδια ιστορία: πως ο άντρας της ονειρεύτηκε έναν καρχαρία που άρχισε να τον κομματιάζει. Και καθώς εκείνη προσπαθούσε να τον ξυπνήσει για να τον σώσει, τον κοίταξε στα μάτια την στιγμή που εκείνος ξεψυχούσε. Έτσι, ο καρχαρίας βγήκε από τα μάτια του άτυχου συζύγου και μπήκε μέσα της.

Η τρομερή ιστορία ανάδευσε μέσα μου συναισθήματα που νόμιζα πως είχαν νεκρωθεί εδώ και χρόνια: το παιδικό ρίγος της αβύσσου διαπέρασε τα μέλη μου. Επί δύο χρόνια ο δυστυχισμένος πατέρας είχε φέρει κάθε λογής εξορκιστή, ιερέα, γιατρό ή μάγο, προκειμένου να γιατρεύσει την κόρη του. Όλοι τους είχαν αποτύχει οικτρά – και εκείνη, σιδηροδέσμια σε ένα κελί του πύργου, κάθε νύχτα που λυσσομανούσε ο άνεμος, ούρλιαζε να την αφήσουν ελεύθερη στον Ωκεανό, γιατί έτσι θα μπορούσε να δείξει την αγάπη της στους ανθρώπους και στην Πλάση ολόκληρη.

Κάποτε ο άρχοντας μού είπε ευθέως το αίτημά του: ήθελε τη Δροσιά του Θεού για την κόρη του – δηλαδή να της κόψω το λαιμό με το τρυφερό μαχαίρι μου… Στα μάτια του ο θάνατός της ήταν η μόνη λύτρωση που της απέμενε, η μόνη διέξοδος από την ανείπωτη δυστυχία που ζούσε. Του απάντησα ό,τι απαντούσα στον καθένα που ζητούσε κάτι παρόμοιο για κάποιον δικό του: η Δροσιά του Θεού δίνεται με τη θέληση των ανθρώπων και όχι χωρίς αυτήν. Θα μπορούσα να λυτρώσω τη γυναίκα εκείνη μονάχα αν μου το ζητούσε η ίδια.

Σε λίγη ώρα ο ίδιος ο πατέρας με οδήγησε στο κελί όπου βρισκόταν η κόρη του. Αυτό που αντίκρισα (και αυτό που μύρισα) προκαλούσε αηδία και αίσθημα ζόφου: μια γυναίκα γυμνή, δέσμια σε ένα σιδερένιο κλουβί-στολή που υποχρέωνε τα χέρια και τα πόδια της να είναι σε διάσταση. Η γυναίκα ήταν γυμνή και πασαλειμμένη με τα κάτουρά της και τις ακαθαρσίες της· ακόμη και το πρόσωπό της ήταν σιδεροφραγμένο. «Αν ελευθερωθεί, είναι ένας φονικός δαίμονας…» μου δικαιολογήθηκε ο πατέρας της. «Ορμάει σε όποιον βρεθεί μπροστά της και με τα δόντια της κατασπαράζει τον λαιμό του κόβοντάς του την καρωτίδα. Έχει σκοτώσει περισσότερους από δέκα ανθρώπους τα τελευταία δυο χρόνια…»

Πλησίασα προς το μέρος της. Στο φως των κεριών (το κελί της φυσικά δεν είχε κανένα παράθυρο) έμοιαζε άψυχη μέσα στον σιδερένιο σκελετό που ήταν η φυλακή της. Τα μάτια της σβησμένα κοίταζαν προς τα κάτω. «Γυρεύεις κάτι από εμένα;» τη ρώτησα στη γλώσσα της. Δεν μου απάντησε. Την ξαναρώτησα ακόμη πιο δυνατά. Και πρόσεχα αν κουνηθεί έστω κι ένας μυς από το πρόσωπό της, αμέσως να στρέψω τα μάτια μου προς τα κάτω – για να μην μπει μέσα μου ο καρχαρίας της.

Ωστόσο, στην τρίτη φορά που επανέλαβα την ερώτησή μου η γυναίκα ρουθούνισε. Κοίταξα χαμηλά και περίμενα να ακούσω μια κουβέντα της. Η φωνή της ήταν γάργαρη και κοριτσίστικα μελωδική – θα μπορούσα να την πω χαρούμενη αν δεν ήξερα: «Θέλω να με ελευθερώσεις για να σε αγαπήσω… Θέλω να αγαπήσω όλην την Πλάση…» Κι έπειτα πήρε βαθιά ανάσα και πρόσθεσε: «Στα δόντια μου υπάρχει όλο το φως του κόσμου και των αιώνων…»

Δεν είχα να τη ρωτήσω κάτι άλλο. Η κοπέλα γύρευε την ελευθερία της και όχι το τρυφερό μαχαίρι μου. Έπρεπε να φύγω, να συνεχίσω το δρόμο μου και την αποστολή μου – ή να μείνω για πάντα.

Καθώς έβγαινα από την πόρτα του κελιού της, ένιωσα μια έξαφνη λάμψη να τυλίγει την πλάτη μου, να με σπρώχνει, να με δονεί, να με ψαχουλεύει σαν λαίμαργο χέρι. Ήμουν σίγουρος πως η κοπέλα (ή ο καρχαρίας μέσα της) με κοίταζε. Και τότε σκέφτηκα (και το σκέφτομαι και τώρα, μια μέρα μετά, ενώ γράφω ετούτες τις γραμμές) πως οι άνθρωποι μπορούν να λάμψουν αλλόκοτα – πως κάποτε μπορούν να γίνουν μια τρομερή λάμψη με δόντια, μια παλλόμενη ύπαρξη με δόντια, μια τρομερή αγάπη με δόντια, δίχως καμιά δυνατότητα επιστροφής.

Απαντηση

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s